Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Ανάρτηση 26/2011 [επετειακή, ιστορική και ελληνο-επαναστατική] – Ο κοινωνικός χαρακτήρας της Επανάστασης του 1821


Προλογική σημείωση:

Η ιμπεριαλιστική «συμμαχική» επίθεση [με αεροπορικούς βομβαρδισμούς] εναντίον της Λιβύης συνεχίζεται για 6 συνεχόμενη μέρα. Τα «συμμαχικά» αεροπλάνα δεν πλήττουν μόνο στόχους του καθεστώτος Καντάφι, αλλά και αμάχους! Διερωτούμαι πως τελικά τους προστατεύουν! Οι αντικαθεστωτικοί στη Βεγγάζη είναι ανοργάνωτοι και αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα από τις επιθέσεις των φιλο-κανταφικών δυνάμεων. Όπως δείχνουν τα πράματα η ιμπεριαλιστική επίθεση θα τραβήξει σε μάκρος. Ο κόσμος θα σκοτώνεται, αλλά οι βιομηχανίες όπλων εν να κάμουν τα παλλούτζια τους γρουσά! Στο μεταξύ σήμερα άκουσα και παρατήρησα να υπερίπτανται [θορυβωδώς] της Λάρνακας στρατιωτικά/πολεμικά αεροπλάνα. Τελικά οι «κυρίαρχες βρετανικές βάσεις» ΜΑΣ έγραψαν κανονικά. Έτσι δεν θα μαραζώνουν τζιαι οι baş πατριώτες του τόπου [που διαχειμάζουν στη “Σημερινή”] που «... η Κυπριακή Δημοκρατία ... [δεν έχει] ... ταχθεί με το μέρος εκείνων των δυνάμεων που ανέλαβαν το έργο της προστασίας του λαού της Λιβύης, από την εκδικητική μανία του τυραννικού καθεστώτος ...» [link: http://www.sigmalive.com/simerini/columns/thesi/366731]...

Το “λιβυκό” όμως είναι ανεξάντλητο. Ήδη γράψαμε αρκετά και πολύ πιθανόν να επανέλθουμε. Σ’ αυτήν τη νέα μας ανάρτηση θα φύγουμε απ’ όλ’ αυτά τα τόσα δραματικά και θλιβερά που τεκταίνονται στη ευρύτερη αραβική γειτονιά μας και δη στη Λιβύη [για την οποία αφιερώσαμε τις προηγούμενες τρεις αναρτήσεις μας, ενώ αντικυβερνητικές διαδηλώσεις με νεκρούς μάλιστα, ξεκίνησαν και στη Συρία] για να πάμε σ’ ένα επίκαιρο επετειακό θέμα - την αυριανή επέτειο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Πριν μερικές μέρες εντόπισα στον “Ριζοσπάστη” της Κυριακής 13 του μηνός ένα πολύ ενδιαφέρον [σχετικό] κείμενο του Αναστάση Γκίκα για τον «κοινωνικό χαρακτήρα της Επανάστασης» - είναι μια ανάλυση της επαναστατικής περιόδου και των γεγονότων της Επανάστασης, πέραν της συνήθους εθνοκεντρικής.

***************************
Ο κοινωνικός χαρακτήρας της Επανάστασης του 1821
[του Αναστάση Γκίκα - Δρ. Πολιτικών Επιστημών, συνεργάτη του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ.
Το κείμενο είναι βασισμένο σε ομώνυμο άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ΚΟΜΕΠ, τ. 2, 2011 – link: http://www2.rizospastis.gr/story.do?id=6142220&publDate=13/3/2011].

[Οι επιχρωματώσεις και υπογραμμίσεις ειναι δικές μου] ...

«Ας εξετάση διακεκριμένως οποιοσδήποτε έλαβεν μέρος εις την Επανάστασιν, και θέλει ίδει ότι η τάξις των ξενιτευμένων λογιοτάτων και εμπόρων είναι ήτις πρώτη ετόλμησεν και εκίνησεν τον μοχλόν τούτον και έμβασεν και τους Προεστούς και τους Αρματολούς εις τα αίματα.» (1)
Έτσι περιγράφει την κινητήρια δύναμη της Επανάστασης του 1821 ένας εκ των πρωταγωνιστών της, ο Σερραίος επαναστάτης Ν. Κασομούλης, καταδεικνύοντας το κοινωνικό της περιεχόμενο. Έκτοτε, αυτό εκτοπίστηκε από την κρατούσα ιστοριογραφία, για να κυριαρχήσουν το θρησκευτικό και μια «υπερταξική» έννοια του εθνικού ως αποκλειστικά κίνητρα της Επανάστασης.
Σε κάθε ιστορική εποχή, μια κοινωνική τάξη προβάλλει ως πρωτοπόρα, αποτελώντας την ηγέτιδα δύναμη - μοχλό της κοινωνικής προόδου. Την περίοδο που εξετάζουμε, ο ρόλος αυτός ανήκε στην αστική τάξη, η οποία διαμορφώθηκε και αναπτύχθηκε στα πλαίσια του φεουδαρχικού συστήματος. Σε μια μακρόχρονη πορεία, οι φεουδαρχικές σχέσεις παραγωγής έγιναν εμπόδιο για την περαιτέρω ανάπτυξη των νέων παραγωγικών δυνάμεων, των καπιταλιστικών. Έπρεπε, λοιπόν, να σπάσουν. Και έσπασαν, με τη νίκη των αστικών επαναστάσεων, οι οποίες συνέτριψαν τη φεουδαρχική εξουσία και συγκρότησαν τα αστικά έθνη - κράτη.
Η ελληνική επανάσταση του 1821 δε διέφερε ως προς αυτό, από τις αντίστοιχες επαναστάσεις και κινήματα που σημειώθηκαν σε μια σειρά χώρες το ίδιο διάστημα. Βεβαίως, πραγματοποιήθηκε σε συνθήκες οθωμανικής κατάκτησης, με ηγετική δύναμη την ελληνόφωνη χριστιανική αστική τάξη. Ήταν, επομένως, εθνικοαπελευθερωτική στη μορφή και αστικοδημοκρατική στο περιεχόμενο.
Όπως σε όλες τις αστικές επαναστάσεις, έτσι και στην ελληνική του 1821, πήραν μέρος, ως κινητήριες δυνάμεις, οι πλατιές μάζες της αγροτιάς, καθώς και η μικρή ακόμα αριθμητικά εργατική τάξη (ναύτες, τεχνίτες, κ.ά.). Ο μαζικός λαϊκός ηρωισμός, ακόμα και μεταξύ των αμάχων, η συλλογική δράση που έλαβε όλες τις μορφές πάλης - και κυρίως την ένοπλη - η αυτοθυσία, σφράγισαν τον πολυετή αγώνα, αφήνοντας πίσω διαχρονικά διδάγματα.

Η άνοδος της αστικής τάξης

Ο 18ος αιώνας υπήρξε μια περίοδος, όπου η ελληνική αστική τάξη σημείωσε πρωτόγνωρη ανάπτυξη. Σε αυτό συνέβαλαν μια σειρά παράγοντες. Οι αλλαγές στο οθωμανικό καθεστώς γαιοχρησίας και η εξάπλωση του διεθνούς εμπορίου επέφεραν σημαντικές μεταβολές στο επίπεδο της αγροτικής οικονομίας, που, από κλειστή, άρχισε σιγά σιγά να γίνεται εμπορευματική. Το χρήμα έπαψε πια αποκλειστικά να αποθησαυρίζεται και άρχισε σταδιακά να κυκλοφορεί και να επενδύεται στο εμπόριο, στις τράπεζες, στη βιοτεχνία, κ.α.
Η Συνθήκη του Κιουτσούκ - Καϊναρτζή (1774) και οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι (1793-1813) δημιούργησαν τις συνθήκες για ραγδαία ανάπτυξη και κερδοφορία του ελληνικού εμπορικού και ναυτιλιακού κεφαλαίου. Εκατοντάδες πλοία ναυπηγήθηκαν, εμπορικά δίκτυα εξαπλώθηκαν σε όλη την Ευρώπη, ενώ οι δραστηριότητες των Ελλήνων κεφαλαιούχων επεκτάθηκαν γρήγορα στους τομείς των τραπεζών και των και των ασφαλειών. Σημαντική υπήρξε, επίσης, η ανάπτυξη της βιοτεχνίας.
Κατά τα τέλη του 18ου αιώνα, η ελληνική αστική τάξη, πέραν της οικονομικής δύναμης, οπλίστηκε ακόμη με ιδεολογία και πολιτικό πρόγραμμα, που άντλησε από το Διαφωτισμό και τη Γαλλική Επανάσταση. Τα εμπορικά - βιοτεχνικά κέντρα των Ελλήνων αποτέλεσαν πνευματικά φυτώρια, όπου συντελέστηκε η εθνική αφύπνιση, μετατρέποντας το «χριστιανικό γένος των Ρωμαίων» σε «ελληνικό έθνος». Στην εθνική συνειδητοποίηση προστέθηκε σε μια πορεία κΟ 18ος αιώνας υπήρξε μια περίοδος, όπου η ελληνική αστική τάξη σημείωσε πρωτόγνωρη ανάπτυξη. Σε αυτό συνέβαλαν μια σειρά παράγοντες. Οι αλλαγές στο οθωμανικό καθεστώς γαιοχρησίας και η εξάπλωση του διεθνούς εμπορίου επέφεραν σημαντικές μεταβολές στο επίπεδο της αγροτικής οικονομίας, που, από κλειστή, άρχισε σιγά σιγά να γίνεται εμπορευματική. Το χρήμα έπαψε πια αποκλειστικά να αποθησαυρίζεται και άρχισε σταδιακά να κυκλοφορεί και να επενδύεται στο εμπόριο, στις τράπεζες, στη βιοτεχνία, κ.α.
Η Συνθήκη του Κιουτσούκ - Καϊναρτζή (1774) και οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι (1793-1813) δημιούργησαν τις συνθήκες για ραγδαία ανάπτυξη και κερδοφορία του ελληνικού εμπορικού και ναυτιλιακού κεφαλαίου. Εκατοντάδες πλοία ναυπηγήθηκαν, εμπορικά δίκτυα εξαπλώθηκαν σε όλη την Ευρώπη, ενώ οι δραστηριότητες των Ελλήνων κεφαλαιούχων επεκτάθηκαν γρήγορα στους τομείς των τραπεζών αι η επαναστατική ψυχολογία.

Όλη αυτή η κίνηση - απειλή για την παλαιά τάξη πραγμάτων - προκάλεσε την αντίδραση της επίσημης Εκκλησίας, η οποία καταδίκασε τα «αθεΐας λίμπερα» των Γάλλων, ζήτησε να καούν τα «ανίερα» βιβλία (όπως του Βολτέρου) και να αφοριστούν όσοι τα διάβαζαν. Λίγο πριν την Επανάσταση δεν ήταν λίγοι εκείνοι που υποστήριζαν: «Ας αφήσουμε τα παιδιά του Μωάμεθ να αποτελειώσουν τα παιδιά του Ροβεσπιέρου.»(2)
Ωστόσο, η δυναμική που απελευθέρωσε η αστική τάξη της Γαλλίας δεν κατέστη εφικτό να καταπνιγεί. Όπως υπογράμμισε ο ίδιος ο Θ. Κολοκοτρώνης, «η γαλλική επανάσταση και ο Ναπολέοντας, έκαμε, κατά την γνώμη μου, ν' ανοίξουν τα μάτια του κόσμου.»(3)
Η ανερχόμενη αστική τάξη δεν υπήρξε μόνον ο κοινωνικός φορέας της εθνικής αφύπνισης - συνειδητοποίησης, αλλά και ο οργανωτής της επανάστασης, στην οποία προσέδωσε σαφές ιδεολογικοπολιτικό περιεχόμενο. Ο Ρήγας Φεραίος μέσα από τον Θούριο πρόβαλλε τόσο ένα απελευθερωτικό σχέδιο όσο και ένα πολιτικό πρόγραμμα. Εκεί, καθώς και στο έργο του Νέα Πολιτική Διοίκησις που ακολούθησε, καλούσε σε εξέγερση όλους τους λαούς της Βαλκανικής («Χριστιανούς και Τούρκους»), με σκοπό το γκρέμισμα της οθωμανικής κυριαρχίας και τη δημιουργία μιας Βαλκανικής ομοσπονδίας. Ο Ρήγας ήρθε σε επαφή με το Διευθυντήριο της Γαλλικής Επανάστασης, ίδρυσε μυστική Εταιρεία και ανέπτυξε δράση στα εμποροβιοτεχνικά κέντρα των Ελλήνων, στον ελλαδικό χώρο και τα Βαλκάνια.

Η σύσταση συνωμοτικών οργανώσεων με ταξικούς - εθνικοαπελευθερωτικούς σκοπούς υπήρξε συνήθης πρακτική για τα αντίστοιχα κινήματα της εποχής. Εκτός από την Εταιρεία του Ρήγα, συγκροτήθηκαν τα επόμενα χρόνια μια σειρά οργανώσεις, όπως η Εταιρεία των Πέντε, το Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον (Παρίσι 1809), η Φιλόμουσος Εταιρεία (Αθήνα 1813) και, βεβαίως, η Φιλική Εταιρεία (Οδησσός 1814). Η τελευταία υπήρξε σαφώς η πιο σημαντική, τόσο από την άποψη της μαζικότητας, όσο και της μαχητικότητας, αλλά και του ρόλου τον οποίο έπαιξε.
Στον πυρήνα της Φιλικής Εταιρείας (ΦΕ) ήταν η αστική τάξη. Στις γραμμές της εντάχθηκαν πολλοί σημαίνοντες έμποροι και τραπεζίτες (όπως οι Α. Κροκίδας ή ο Εμμ. Παππάς αντίστοιχα), εφοπλιστές (όπως οι Κουντουριώτης και Μεξής), κ.ο.κ. Η οργάνωση, η δομή και οι αρχές λειτουργίες της ΦΕ αντλούσαν από την αντίστοιχη ευρωπαϊκή εμπειρία, ιδιαίτερα της καρμποναρίας.
Στη συνέχεια μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία και κοτζαμπάσηδες (όπως οι Π. Μαυρομιχάλης και Λόντος, οι Ρούφοι και οι Ζαΐμηδες), Φαναριώτες (όπως οι Μαυροκορδάτος, Νέγρης Νούτσος και Φιράρης) και ανώτεροι κληρικοί (όπως οι Α. Γαζής, Παλαιών Πατρών Γερμανός και Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας). Οι δυνάμεις αυτές δεν υπήρξαν ομοιογενείς, δημιουργώντας συχνά αντιθέσεις και τριβές στους κόλπους της Φιλικής, ενώ η στάση τους στην Επανάσταση ποίκιλλε. Τέλος, ενόψει της ταυτόχρονης κήρυξης της Επανάστασης στα Βαλκάνια εντάχθηκαν στη ΦΕ πολλοί Σέρβοι, Βούλγαροι, Μολδαβοί και Βλάχοι. Το 1819-1820 άρχισαν να στρατολογούνται στο Μοριά και μέλη από τις λαϊκές τάξεις.

Παραμονές του 1821, ο μηχανισμός της Φιλικής κινητοποιήθηκε για την έκρηξη της Επανάστασης. Στην Πελοπόννησο, όπου θα δινόταν βάρος λόγω της ύπαρξης συμπαγούς ελληνικού πληθυσμού και της έλλειψης σημαντικών οθωμανικών δυνάμεων (οι οποίες είχαν δεσμευτεί για την αντιμετώπιση του Αλή πασά των Ιωαννίνων), στάλθηκαν οι Παπαφλέσσας και Αναγνωσταράς. Στις 22 Φεβρουαρίου 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης (αρχηγός της ΦΕ) πέρασε τα σύνορα της Ρωσίας με την οθωμανική αυτοκρατορία κηρύσσοντας στη Μολδαβία την Επανάσταση.

Το διεθνές πλαίσιο

Η Επανάσταση του 1821 εκδηλώθηκε όταν στη Γαλλία είχε ήδη ηττηθεί ο Ναπολέων (1815) και στην Ευρώπη είχε συγκροτηθεί η Ιερά Συμμαχία, η οποία αντιμετώπιζε με καχυποψία έως και ανοιχτή καταστολή όλα τα ανάλογα πολιτικά - επαναστατικά κινήματα της εποχής (στη Νεάπολη, στη Σικελία, στο Πεδεμόντιο, στη Μαδρίτη, στη Λισαβόνα, κ.α.).
Πολλοί εκ των πρωταγωνιστών των εθνικών - αστικοδημοκρατικών αυτών κινημάτων κατέφυγαν διωκόμενοι στην επαναστατημένη Ελλάδα, λαμβάνοντας ενεργό μέρος στον Αγώνα. Τα φιλελληνικά «κομιτάτα» που εμφανίστηκαν σε μια σειρά χώρες έδρασαν όχι μόνον ως πόλοι συγκέντρωσης χρημάτων και εθελοντών για την επαναστατημένη Ελλάδα, αλλά και ως «βιτρίνες» για τη διεξαγωγή της αστικοδημοκρατικής προπαγάνδας στις ίδιες, σε μια περίοδο έντονων πολιτικών διώξεων.

Η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων δεν υπήρξε ενιαία. Οι αντιθέσεις και η διαπάλη που αναπτύχθηκε μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, και που εκφράστηκε με τη διαφορετική στρατηγική της κάθε μιας στο λεγόμενο Ανατολικό Ζήτημα, επέδρασαν σημαντικά - κάποια στιγμή αποφασιστικά - στην τελική έκβαση του ελληνικού ζητήματος. Επέδρασαν, όμως, άμεσα και στα διάφορα τμήματα της ελληνικής αστικής τάξης, αναφορικά με τη στάση τους απέναντι στην Επανάσταση.

Κοινωνικές δυνάμεις και Επανάσταση

Η Εκκλησία:
Ως επικεφαλής του μιλιέτ των Ρουμ η Εκκλησία κατέστη αναπόσπαστο τμήμα των οθωμανικών φεουδαρχικών δομών εξουσίας, επιφορτισμένη με συγκεκριμένα διοικητικά καθήκοντα, εξουσίες και αρμοδιότητες. Αναπτύσσοντας ιστορικά και σε μια πορεία σημαντικούς δεσμούς με το εμπορικό κεφάλαιο, εξελίχθηκε η ίδια σε οικονομική δύναμη. Μεταξύ άλλων, ήταν υπεύθυνη και για τη διατήρηση της ευταξίας στους υπ' ευθύνη της πληθυσμούς. Έτσι, το Πατριαρχείο αρχικά, όχι μόνο δεν ευνόησε, αλλά καταδίκασε και κατέστειλε κάθε απελευθερωτική ιδέα ή κίνηση.
Προς το σκοπό αυτό επιστράτευσε επανειλημμένα το όπλο του αφορισμού: Για τους συμμετέχοντες στα Ορλωφικά (και την παρεπόμενη εξόντωση των κλεφτών του Μοριά), για τις εξεγέρσεις του 1807, του 1808, για την εξέγερση των Σουλιωτών κατά του Αλή Πασά των Ιωαννίνων και - βεβαίως - για την Επανάσταση του 1821.

Η αντεπαναστατική δραστηριότητα της επίσημης Εκκλησίας συνεχίστηκε και στη διάρκεια της Επανάστασης. Βεβαίως, η στάση στις γραμμές της γενικά δεν υπήρξε ενιαία. Σημαντικό μέρος, κυρίως του κατώτερου κλήρου, δε συντάχθηκε με τη γραμμή του Πατριαρχείου, μετέχοντας ενεργά στην Επανάσταση. Μαζί τους και μια σειρά μεσαίοι ή ανώτεροι κληρικοί, όπως οι Φιλικοί Ανθιμος Γαζής και Γρηγόριος (Δίκαιος) Παπαφλέσσας, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, κ.ά.

Οι Φαναριώτες:

Πρόκειται για πρώην ευγενείς του Βυζαντίου που απέκτησαν σημαντικό πλούτο μέσω του εμπορίου, ενώ αναρριχήθηκαν σε υψηλά πόστα της οθωμανικής διοίκησης (Μεγάλου Δραγουμάνου της Πύλης, Δραγουμάνου του Στόλου και Ηγεμόνα της Βλαχίας και Μολδαβίας). Η στάση τους απέναντι στην Επανάσταση επίσης δεν ήταν ενιαία. Ορισμένοι υιοθετούσαν την προοπτική της ένοπλης εξέγερσης και συγκρότησης ενός ανεξάρτητου αστικού κράτους. Οι περισσότεροι, όμως, υποστήριζαν μια πολιτική «εκ των έσω διάβρωσης» της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπου η ελληνική αστική τάξη θα κυριαρχούσε σταδιακά οικονομικά και πολιτικά.
Οι Φαναριώτες - μέλη της Φιλικής Εταιρείας, όπως οι Α. Μαυροκορδάτος και Θ. Νέγρης, που έλαβαν ενεργό μέρος στην Επανάσταση, κλήθηκαν στη συγκρότηση των πρώτων πολιτειακών θεσμών και μηχανισμών διοίκησης, συνδράμοντας αποφασιστικά στον αστικοφιλελεύθερο χαρακτήρα τους.

Κλέφτες και αρματολοί:

Οι κλέφτες ήταν κυρίως πρώην αγρότες ή κτηνοτρόφοι, οι οποίοι, είτε λόγω της φτώχειας είτε από αντίθεση στις οθωμανικές αρχές και τους κοτζαμπάσηδες (χριστιανούς και μουσουλμάνους), κατέφευγαν στην παρανομία, στο βουνό, μακριά από την κατασταλτική δυνατότητα των οργάνων της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι αρματολοί ήταν κλέφτες που αμνηστεύονταν και επανεντάσσονταν στην οθωμανική νομιμότητα, επιφορτιζόμενοι με την τήρηση της τάξης σε συγκεκριμένες περιοχές.

Η διατάραξη των υφιστάμενων κοινωνικών ισορροπιών - συσχετισμών και οι δυναμικές που αναπτύχθηκαν με την Επανάσταση, άνοιξαν νέες προοπτικές για τους ενόπλους, οι οποίοι διεκδίκησαν την απεξάρτησή τους από πρότερες δεσμεύσεις εξουσίας (π.χ. τους προκρίτους), διεκδικώντας αυτόνομη πολιτική παρουσία και ρόλο. Στον απεγκλωβισμό τους αυτό, συνέβαλε τα μέγιστα η αρχική τους στοίχιση με τα πιο ριζοσπαστικά τμήματα της αστικής τάξης, την ΦΕ και τον Υψηλάντη. Εν συνεχεία, η συγκρότηση συγκεντρωτικών αστικών οργάνων που προωθούσαν οι τελευταίοι ήρθε σε αντίθεση με τα νεοαποκτηθέντα τοπικά προνόμιά τους, με αποτέλεσμα να διαταραχθούν οι προηγούμενες συμμαχίες και να διαμορφωθούν νέες.

Οι πρόκριτοι - εφοπλιστές των νησιών:

Διακρίνονταν από τους προκρίτους της ηπειρωτικής Ελλάδας, αφού, αν και εκπλήρωναν παρόμοιες λειτουργίες στα πλαίσια του οθωμανικού αυτοδιοικητικού συστήματος, η οικονομική τους βάση ήταν πολύ διαφορετική. Αν και το εφοπλιστικό κεφάλαιο έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην προώθηση ενός αστικού τύπου κράτους, παραμονές της Επανάστασης υπήρξε εν μέρει επιφυλακτικό. Οι επιφυλάξεις αυτές οφείλονταν μεταξύ άλλων και στους δεσμούς που διατηρούσε με το αγγλικό κεφάλαιο (η Μ. Βρετανία ήταν τότε κατά της προσβολής της ακεραιότητας της οθωμανικής αυτοκρατορίας). Οι όποιες επιφυλάξεις - αντιδράσεις κάμφθηκαν ή καταργήθηκαν σύντομα με επαναστατική βία από ένα γενικότερο αστικοδημοκρατικό κίνημα, που αναπτύχθηκε στα νησιά αυτά και πριν την Επανάσταση ακόμα, καθώς και από την αλλαγή της βρετανικής πολιτικής απέναντι στην οθωμανική αυτοκρατορία.

Οι κοτζαμπάσηδες:

Οι κοτζαμπάσηδες στελέχωναν το κατώτερο τμήμα της οθωμανικής διοικητικής ιεραρχίας. Μεταξύ άλλων, ήταν υπεύθυνοι για τη διαχείριση της κοινοτικής περιουσίας, για την απονομή δικαιοσύνης σε μια σειρά θέματα, για την είσπραξη των φόρων και βεβαίως για την καταστολή των χωρικών στις περιοχές υπ' ευθύνη τους.
Αν και προέρχονταν από τη φεουδαρχία, στα πλαίσια της ιστορικής της αποσύνθεσης, οι κοτζαμπάσηδες σταδιακά αστικοποιούνταν. Η είσπραξη των φόρων, μία από τις κύριες λειτουργίες τους και στοιχείο εμπορευματοχρηματικών σχέσεων, υπήρξε βασικός παράγοντας στην τελική μετάλλαξη - αστικοποίησή τους.
Την εξέλιξή τους αυτή αντανακλά η διφορούμενη στάση τους απέναντι στην Επανάσταση. Από τη μια διέθεταν προνόμια και καθήκοντα συνυφασμένα με το υπάρχον οθωμανικό καθεστώς. Από την άλλη είχαν υλικό συμφέρον για την ανατροπή του. Έτσι, άλλοι εντάχθηκαν στις γραμμές της Φιλικής, άλλοι κράτησαν στάση επιφυλακτική και άλλοι τάχθηκαν εναντίον. Από τη στιγμή της έκρηξης της Επανάστασης, κάποιοι κοτζαμπάσηδες συμπαρατάχτηκαν με τους εμπόρους, τους εφοπλιστές, κ.λπ., ενώ άλλοι βρέθηκαν σε αντιπαράθεση με αυτούς, σε μια προσπάθεια να επικρατήσουν ως η ηγεμονική μερίδα της αστικής τάξης. Η σύγκρουση για τον έλεγχο των επαναστατικών διεργασιών και οργάνων υπήρξε σφοδρότατη.

Η εξέλιξη της Επανάστασης
Η σύγκρουση αυτή εκφράστηκε τόσο στο επίπεδο διαμόρφωσης των νέων επαναστατικών δομών και θεσμών (συντάγματα, διοίκηση, κ.λπ.), όσο και στη διαπάλη για την εξουσία, που δεν άργησε μάλιστα να λάβει και ένοπλη μορφή (οι λεγόμενοι «εμφύλιοι»).
Το Προσωρινόν Πολίτευμα (Σύνταγμα) της Επιδαύρου που ψηφίστηκε στην Α' Εθνοσυνέλευση (Δεκέμβρης 1821) αποτέλεσε μια σύνθεση ιδεών και αρχών, επηρεασμένων από τα αντίστοιχα επαναστατικά Συντάγματα της Αμερικής (1787) και της Γαλλίας (1793 και 1795).

Αντλώντας από την ιδεολογικοπολιτική δεξαμενή της επαναστατημένης αστικής τάξης και του Διαφωτισμού, το νέο Σύνταγμα προέβλεπε: Τη διάκριση των εξουσιών (Βουλευτικό - Εκτελεστικό), την ανεξιθρησκία, την τυπική ισονομία, την κατοχύρωση των ατομικών, πολιτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, την εισαγωγή καθολικού συστήματος αντιπροσώπευσης και βεβαίως την κατάργηση των όποιων τοπικών - ταξικών προνομίων. Έτσι, τέθηκαν οι βάσεις για τη δημιουργία ενός αστικού κράτους. Οι πολιτικές εξουσίες (και κάποιες από τις οικονομικές) που απολάμβανε μέχρι πρότινος η Εκκλησία στα πλαίσια του φεουδαρχικού συστήματος καταργούνταν ή περιορίζονταν σημαντικά. Η αποδυνάμωση των τοπικών - περιφερειακών διοικήσεων και η μεταφορά των βασικών τους αρμοδιοτήτων στην κεντρική εξουσία, σήμαινε και αντίστοιχη αποδυνάμωση των τοπικών εξουσιών πάνω στις οποίες εδραζόταν μέχρι τότε η πολιτική δύναμη των κοτζαμπάσηδων. Οι βασικές αυτές αρχές επιβεβαιώθηκαν και στις επόμενες Εθνοσυνελεύσεις (Β' του Αστρους, 1823 και Γ' της Τροιζήνας, 1827).
Η διαπάλη, που αρχικά εκφράστηκε σε πολιτικό επίπεδο, οδήγησε γρήγορα στη διάσπαση της κεντρικής Διοίκησης και τη δημιουργία δύο χωριστών κυβερνήσεων: Της Τρίπολης (κοτζαμπάσηδες - Κολοκοτρώνης) και του Κρανιδίου (Υδραίοι, Μαυροκορδάτος, Κωλέττης και οι κοτζαμπάσηδες Λόντος και Ζαΐμης). Σύντομα, οι αντιθέσεις αυτές έλαβαν και ένοπλη μορφή.
Γνωρίζοντας πως το δάνειο από τη Μ. Βρετανία είχε ήδη εγκριθεί, η κυβέρνηση του Κρανιδίου έδρασε αποφασιστικά. Επιτέθηκε σε όλα τα στρατηγικά σημεία που έλεγχε η άλλη πλευρά, κατέλαβε την Ακροκόρινθο, ενώ έθεσε σε πολιορκία Ναύπλιο και Τρίπολη. Δίχως προοπτική άμεσης επικράτησης της μίας ή της άλλης μεριάς, η πρώτη φάση του «εμφυλίου» (α' εξάμηνο του 1824) έληξε με συμβιβασμό, σαφώς όμως υπέρ της κυβέρνησης του Κρανιδίου. Οι «στασιαστές» αμνηστεύτηκαν, αποκλείστηκαν όμως από τα όργανα της κεντρικής διοίκησης.
Βεβαίως, οι προσωρινά ηττημένοι κοτζαμπάσηδες δεν προτίθεντο εύκολα να καταθέσουν τα όπλα. Όταν στις εκλογές της 3ης Οκτωβρίου 1824 για το Βουλευτικό - Εκτελεστικό δεν κατάφεραν και πάλι να συγκεντρώσουν την πλειοψηφία, άρχισαν να προσανατολίζονται ξανά προς την ένοπλη σύγκρουση: Κάτι που το επιδίωκε εξίσου και η άλλη πλευρά, ώστε να λύσει οριστικά το ζήτημα της μορφής άσκησης της εξουσίας. Ξεκίνησε λοιπόν η δεύτερη φάση του «εμφυλίου», που επικεντρώθηκε κυρίως στην Τρίπολη και έληξε στα τέλη του 1824 με ήττα των κοτζαμπάσηδων και τη φυγή τους εκτός Πελοποννήσου.
Τόσο οι ενδοαστικές συγκρούσεις, όσο και οι αλλεπάλληλες στρατιωτικές ήττες τα επόμενα χρόνια (1825-1827) ευνόησαν τις δυνάμεις εκείνες που ζητούσαν περιορισμό των χρονοβόρων κοινοβουλευτικών διαδικασιών και περισσότερο συγκεντρωτική διακυβέρνηση, στα πρότυπα μιας συνταγματικής μοναρχίας.
Σε μια περίοδο, λοιπόν, έντονων πολιτικών ζυμώσεων πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά και η οργάνωση των αντιτιθέμενων συμφερόντων σε κόμματα: Το Αγγλικό, το Γαλλικό και το Ρωσικό. Η ονομασία τους, που παραπέμπει στις αντίστοιχες «προστάτιδες Δυνάμεις», δεν υποδηλώνει εξάρτηση (όπως μονοσήμαντα και ισοπεδωτικά έχει ειπωθεί στο παρελθόν), αλλά τμήματα αστικά προσκείμενα από άποψη συμφερόντων σε κάποιο ισχυρό κράτος.
Οδεύοντας προς τη Γ' Εθνοσυνέλευση, το ζήτημα που βρέθηκε στο επίκεντρο της πολιτικής διαπάλης ήταν η αναζήτηση διεξόδου στο τέλμα των στρατιωτικών επιχειρήσεων (κυριαρχία Ιμπραήμ στη Πελοπόννησο, πτώση Μεσολογγίου, κ.λπ.), μέσω της εξασφάλισης κάποιας διεθνούς διαμεσολάβησης - προστασίας ή την εκλογή ξένου μονάρχη. Στην κατεύθυνση αυτή κινήθηκαν όλα τα κόμματα. Την πρωτοβουλία ανέλαβαν από τα μέσα του 1825 οι «αγγλόφιλοι» με τη λεγόμενη Αίτηση προστασίας (ή Πράξη υποταγής). Η Γ' Εθνοσυνέλευση ψήφισε τον Ι. Καποδίστρια ως κυβερνήτη της Ελλάδος.
Το καλοκαίρι του 1827, η πορεία της Επανάστασης φαινόταν καταδικασμένη. Η πορεία αυτή ανατράπηκε από μια σειρά παρεμβάσεις του διεθνούς παράγοντα. Το Πρωτόκολλο της Πετρούπολης (1826) και η Συνθήκη του Λονδίνου (1827), η ναυμαχία του Ναβαρίνου (Οκτώβρης 1827), ο ρωσοτουρκικός πόλεμος (1828-1829) και η αποστολή γαλλικού εκστρατευτικού σώματος κατά του Ιμπραήμ στο Μοριά (Ιούλιος 1828) υπήρξαν γεγονότα - σταθμοί ενόψει της αναγνώρισης της Ελλάδας ως ανεξάρτητου κράτους (Πρωτόκολλο του Λονδίνου, 3 Φεβρουαρίου 1930). Βασικός όρος της ανεξαρτησίας των Ελλήνων υπήρξε η μορφή του πολιτεύματος, το οποίο όφειλε να είναι μοναρχικό.
Τον Ιανουάριο του 1828 αφίχθη στην επαναστατημένη Ελλάδα ο Ι. Καποδίστριας. Ο νέος κυβερνήτης προέβη άμεσα στη συγκέντρωση όλων των εξουσιών, γνωρίζοντας πως για να εφαρμοστούν οι αναγκαίες αστικές μεταρρυθμίσεις και να στερεωθεί το αστικό κράτος απαιτούνταν άμεσες κινήσεις, απαλλαγμένες από χρονοβόρες κοινοβουλευτικές διαδικασίες, επιβαλλόμενες με πειθώ ή και αυταρχισμό - όπου και όποτε αυτό κρινόταν αναγκαίο.
Οι αποκλεισμένοι από την εξουσία συσπειρώθηκαν και ανασυντάχθηκαν συγκροτώντας το μέτωπο των «συνταγματικών» με κέντρο την Ύδρα. Η ένοπλη σύγκρουση δεν άργησε και γρήγορα γενικεύτηκε. Συνεχίστηκε δε και μετά τη δολοφονία του Ι. Καποδίστρια στις 9 Οκτωβρίου 1831, δίχως όμως μια από τις δύο πλευρές να μπορεί να επικρατήσει οριστικά επί της άλλης. Το 1932, λοιπόν, η κεντρική εξουσία είχε σχεδόν αποσυντεθεί ολοκληρωτικά, ενώ η ύπαιθρος στεκόταν ρημαγμένη από μια δεκαετία πολέμου και εχθροπραξιών.
Υπό αυτές τις συνθήκες στις 25 Ιανουαρίου 1833 αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο από τη βρετανική φρεγάτα Μαδαγασκάρη ο Όθωνας, υποσχόμενος να βάλει τέρμα στην «αναρχία» του παρελθόντος και εγκαθιδρύοντας - σύμφωνα πάντοτε με τους όρους των σχετικών διεθνών συνθηκών - καθεστώς απόλυτης μοναρχίας. Το ελληνικό αστικό κράτος άρχιζε να κάνει τα πρώτα του βήματα.

Παραπομπές:
(1). Κασομούλης Ν., “Ενθυμήματα στρατιωτικά”, τ. Γ, 1942, σελ. 625-626.
(2). Gazette de France, 7 Ιουλίου 1821, στο Μοσκώφ Κ., “Ιστορία του κινήματος της εργατικής τάξης”, 1988, εκδ. Καστανιώτη, σελ. 95-96.
(3). Κολοκοτρώνης Θ., “Διηγήσεις των συμβάντων της Ελληνικής Φυλής”, 1889, Εστία, σελ. 49.

***********************
Σχόλια [δικά μου] δεν θα καταθέσω. Θα ΣΑΣ παραπέμψω όμως σε άλλες δύο παλαιότερες σχετικές αναρτήσεις μου – την περσινή και την προπέρσινη:

1. Ανάρτηση 17/2010 -
http://aneforiwn.blogspot.com/2010/03/172010-25.html
2. Ανάρτηση 10/2009 -
http://aneforiwn.blogspot.com/2009/03/102009-1821.html

Για τη σύντομη εισαγωγή
και το μακροσκελέστατο copy-paste,
Anef_Oriwn
Πέμπτη 24/3/2011

6 σχόλια:

Anef_Oriwn είπε...

Γύρω από την Επανάσταση της 25ης Μαρτίου 1821 έχουν αναπτυχθεί μια σειρά από μύθοι, όπως για,
- τον ρόλο της Εκκλησίας και των τότε Ιεραρχών που δεν ήταν εξ αρχής υπέρ της Επανάστασης – ως γνωστό οι Παπαφλέσσας και Αθανάσιος Διάκος είχαν αφοριστεί,
- το “Κρυφό Σχολειό” που ως φαίνεται ποτέ δεν υπήρξε – μια ενδιαφέρουσα μελέτη πάνω στο θέμα αυτό [του Μιχάλη Μιχαήλ] προσφερόταν σήμερα σε βιβλιαράκι μαζί με την εβδομαδιαία εφημερίδα “Γνώμη”,
- τες εμφύλιες συγκρούσεις που αποδίδονται στο λεγόμενο “εθνικό διχασμό” και όχι στα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα εντός της τάξης των ελλήνων προυχόντων, ή για το πότε τελικά ξεκίνησε η Επανάσταση [όχι πάντως στες 25 του Μάρτη του 1821 στην Αγία Λαύρα!] ... Πέρσι το καλοκαίρι είχα επισκεφτεί κάποιες περιοχές στην νότια Πελοπόννησο μεταξύ των οποίων και την Αρεόπολη στην Μάνη. Πρόκειται για μια μικρή πόλη στην είσοδο της Μάνης, με διατηρητέο το παραδοσιακό της κέντρο όπου υπάρχουν αναπαλαιωμένα παραδοσιακά κτίσματα. Εκεί στον παλιό οικισμό υπάρχει και μια πλατεία γύρω από μια εκκλησιά, όπου λέγεται πως στις 17 Μαρτίου του 1821, οι Μανιάτες με αρχηγό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη ύψωσαν το λάβαρο της Επανάστασης. [Υπάρχει κι άγαλμα του Μαυρομιχάλη κάπου εκεί] ...

Πολλά απομυθοποιητικά [για το 1821] μπορείτε να διαβάσετε στα βιβλία του Γιάννη Σκαρίμπα “Το 1821 και η αλήθεια”, ή σ’ ένα πιο πρόσφατο, το “Τα Ψιλά Γράμματα της Ιστορίας” του Θεόδωρου Παναγόπουλου.

Νάτανε το 21 είπε...

25η Μαρτίου σήμερα. Αναρωτηθήκατε ποτέ αγαπητοί μου συνέλληνες, γιατί η όπου γης Ελληνική Ορθόδοξος Εκκλησία δεν μνημονεύει ονομαστικά τους Έλληνες αγωνιστές του 21;
Μα απλούστατα! Δεν τους μνημονεύει γιατί όλοι οι αγωνιστές του 21 είχαν αφοριστεί και εξακολουθούν να είναι αφορισμένοι μέχρι σήμερα. Ο λόγος; Δεν ακολούθησαν τις οδηγίες και προτροπές της εκκλησίας να παραδώσουν τα όπλα και να τερματίσουν την επανάσταση κατά των Οθωμανών. Ενημερωθείτε από όπου νομίζετε, φτάνει να μάθετε την αλήθεια.

Κομμουνιστής είπε...

Εξαιρετικόν άρθρον, ειδικά με τη συζήτησην που γίνεται στην Ελλάδα με αφορμή το ντοκυμαντέρ του Σκαϊ για το 1821.

Νομίζω ότι καταφέρνει να πάει αποκαλύψει τα ψέματα τζιαι την παραχάραξη της ιστορίας που τους "παραδοσιακούς" εθνικιστές, αλλά ταυτόχρονα τζιαι που τους κοσμοπολίτες.

Κομμουνιστής

Erodotos είπε...

Προτείνω ανεπιφύλακτα το άρθρο του ίδιου στην "Κομμουνιστική Επιθεώρηση" (με το ίδιο θέμα, αλλά πολλαπλάσιο σε μέγεθος, με πηγές, κλπ), καθώς βεβαίως και το ομόνυμο έργο του Γ Κορδάτου (ή τους τόμους 9 και 10 της Ιστορίας της Ελλάδας του Κορδάτου)...

Οι "εθνικοί μύθοι" είναι συνηθισμένο φαινόμενο στα έθνη-κράτη, όπου οι άρχουσες τάξεις προσπαθούν να διαμορφώσουν τις δικιές τους αξίες (θεμελιωμένες σε μια ενεκριμμένη και πολλάκις κατασκευασμένη "συλλογική μνήμη") και να τις καθιερώσουν ως "εθνικές"...Έχει γενικά πολύ ενδιαφέρον το όλο ζήτημα.

Anef_Oriwn είπε...

Κομμουνιστή,

Στον “Ριζοσπάστη” έχω διαβάσει κι ένα άρθρο για «το ντοκυμαντέρ του Σκαϊ για το 1821» [link: http://www2.rizospastis.gr/page.do?publDate=20/3/2011&id=13282&pageNo=11&direction=1], αλλά αυτό το κείμενο είναι πιο εξειδικευμένο και είναι για τους πιο διαβασμένους ... Στα χέρια μου έχει έρθει [τελευταία] και μια σειρά από 5 βιβλία [που προφανώς είναι βασισμένα στο ντοκιμαντέρ του Σκάι] υπό τον τίτλο “1821, Η Γέννηση ενός Έθνους-Κράτους”. Όταν τα μελετήσω ίσως γράψω περισσότερα για το θέμα του “Έθνους-Κράτους”. Όμως θέλω να γράψω κάποια στιγμή κι ένα κείμενο για τον Διεθνισμό, τον Κοσμοπολιτισμό και τον Εθνικισμό ... Πόσα να προλάβω κι εγώ!

Anef_Oriwn είπε...

Φίλε Erodotos,

Κατ’ αρχάς ΣΕ καλωσορίζω στο απάχικο μου!
Κάποτε περνώ κι εγώ από τα μέρη ΣΟΥ, γιατί οι αναρτήσεις ΣΟΥ είναι όντως πολύ ενδιαφέρουσες, διαλεκτικές και ενημερωτικές!
Το τεύχος της “Κομμουνιστικής Επιθεώρησης” με το συγκεκριμένο άρθρο το ‘χω δει σε κάποιο περίπτερο και θα φροντίσω την επόμενη φορά που θα περάσω απ’ εκεί να το πάρω ...
Τις διαδικασίες διαμόρφωσης [είτε ειρηνικές, είτε αιματηρές] των “εθνών–κρατών” [κυρίως των βαλκανικών] τις έχω εν μέρει μελετήσει όπως και διάφορους “εθνικούς μύθους” [ας πούμε “κρυφά σχολειά” υπήρχαν και στη Βουλγαρία] ...
Τελευταία διάβασα το βιβλίο του Κυριάκου Αθανασίου “Υιός Συμμορίτου” [εκδόθηκε από το “Βήμα” στη σειρά “Ο Εμφύλιος σε Α΄ Ενικό”] και μου ‘κανε εντύπωση που κάπου μέχρι το 1940 στο χωριό του συγγραφέα [στην περιοχή της Βοιωτίας] υπήρχε κόσμος [αρβανίτες] που μιλούσαν ακόμα τα αρβανίτικα [στα σπίτια τους]. Στα σχολειά μαθαίνανε τα ελληνικά! Ήταν κι αυτός ένας τρόπος αφομοίωσης της εθνότητας των αρβανιτών στο ελληνικό έθνος, καθότι η γλώσσα σ’ ένα έθνος-κράτος πρέπει να είναι ΜΙΑ για να μπορεί να δουλεύει καλύτερα η αγορά [η οικονομία] και να μην υπάρχουν εθνοτικές αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις... Αλλού αυτό έγινε πιο ομαλά [εν μέρει στην Ελλάδα], αλλού με εκτοπισμούς και μετακινήσεις πληθυσμών [Ελλάδα και Βουλγαρία] κι αλλού με γενοκτονίες [Τουρκία] ... Και στην Κύπρο με την καθιέρωση της Νέας Ελληνικής η κυπριακή διάλεκτος παει να χαθεί!