Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2008

Ανάρτηση Νο. 12 (επετειακή και αυτοβιογραφική) – Ενθύμησες από την 15η του Ιούλη του 1974 και την προδοσία της Κύπρου.

Εισαγωγή.

34η επέτειος την ερχόμενη Τρίτη, από τη διάπραξη του χουντοφασιστικού, εοκαβήτικου και τουρκοφόρου (όπως το λαλεί και ο Άκης Παπασάββας) προδοτικού πραξικοπήματος της 15ης του Ιούλη του 1974.
Την 15η του Ιούλη του 1965 επεσύνεβη μια άλλη προδοτική πράξη, τούτη τη φορά στην Ελλάδα. Τα γεγονότα εκείνα γνωστά και ως Ιουλιανά χαρακτηρίζονται από την αποστασία βουλευτών της Ένωσης Κέντρου (Ε.Κ.), μεταξύ των οποίων ήταν και ο Μητσοτάκης ... Η αποστασία οδήγησε σε παραίτηση την Κυβέρνηση Παπαντρέου, (του Γεωργίου, του Παππού) και σχηματισμό νέας, φιλικότερης δηλ. δουλικότερης προς τους αμερικανούς.

Σ’ αυτό το σημείωμα μου δεν θα κάνω πολιτική ανάλυση για τους λόγους, τα αίτια και τα αιτιατά που οδήγησαν στο πραξικόπημα καθώς και για τις συνέπειες του (την τουρκική εισβολή). Όσοι δεν εθελοτυφλούν αντιλαμβάνονται πολύ καλά και που στόχευε το πραξικόπημα, ποιοι ήταν οι σκοποί αυτών που το εξύφαναν (να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για τουρκική εισβολή και κατάληψη μέρους της Κύπρου από τους Τούρκους ούτως ώστε να πραγματοποιηθεί η διχοτόμηση του νησιού με ή χωρίς διπλή ένωση). Ήδη τα αποτελέσματα είναι απτά και ζωντανά εδώ και 34 χρόνια (κατοχή, προσφυγιά, διαμελισμός και διαχωρισμός). Το πραξικόπημα παραμένει η μεγαλύτερη και ατιμώρητη προδοσία στην ιστορία του νεότερου ελληνισμού.

Στο κείμενο θα αναφερθώ στα προσωπικά μου βιώματα από εκείνες τις μέρες. Τούτα παραμένουν ζωντανά στη μνήμη μου (όσα χρόνια κι αν περνούν). Ήμουν τότε γύρω στα 17, μαθητής και τα έζησα πολύ έντονα. Γι’ αυτό και κάθε χρόνο τέτοιες μέρες η συναισθηματική φόρτιση είναι έντονη.

Σημείωση: Οποιαδήποτε ομοιότητα με υπαρκτά πρόσωπα ΔΕΝ είναι καθόλου συμπτωματική!

***************
15 του Ιούλη - Από το πρωί στη Λάρνακα για δουλειές.

Νωρίς το πρωί (λίγο μετά τις 7) της 15ης του Ιούλη του 1974 (ημέρα Δευτέρα), έφυγα με το λεωφορείο για την πόλη (της Λάρνακας) για να διευθετήσω ένα ζήτημα που αφορούσε την εγγραφή μου στο σχολείο που φοιτούσα. Μαζί μου ήταν και ο ξάδελφος μου ο Α., μαθητής κι αυτός και περίπου στην ίδια ηλικία μ’ εμένα. Αν δεν με απατά η μνήμη μου τότε εργαζόταν στο μοναδικό ξενοδοχείο της πόλης και θα πήγαινε δουλειά (κατά το μεσημέρι). (Εγώ τα καλοκαίρια απασχολούμουν στις δουλειές της οικογένειας, στα χωράφια και τη μάντρα).

Την προηγούμενη μέρα (Κυριακή), το βράδυ είχαμε ξενυχτήσει σε γάμο φιλικού μας προσώπου στο χωριό. Νεαροί καθώς ήμασταν τότε, το ‘χαμε ρίξει έξω και το γλεντήσαμε δεόντως. (Όποτε ακούω το τραγούδι “Μπήκαν στην Πόλη οι οχτροί κι εμείς ... κοιτάζαμε τις κοπελιές ”, θυμάμαι εκείνο το βράδυ και πόσο πιαστήκαμε στον ύπνο την επαύριον με το πραξικόπημα. Επίσης να αναφέρω ότι στο χωριό, εκείνη την Κυριακή είχαμε και δεύτερο γάμο αλλά γι’ αυτόν θα μιλήσω πιο κάτω).

Αφού διευθέτησα (και πολύ γρήγορα μάλιστα) την εκκρεμότητα που είχα με το Σχολείο, ξεκινήσαμε για το κέντρο της πόλης για κάποιες άλλες μικρο-δουλειές. Κάπου εκεί (κοντά στο Σχολείο) και γύρω στις 8 και 15 μπήκαμε σ’ ένα snack bar, που βρισκόταν στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας (και όπου συχνάζαμε ως μαθητές) για να πιούμε κάτι (συνήθως τόσο πρωί πίναμε γάλα με τριαντάφυλλο ή με μπανάνα). Δεν θυμάμαι αν παραγγείλαμε και σάντουιτς. Ενώ περιμέναμε μπήκε μέσα ξαφνικά, φουριόζικα και αλαλάζοντας χαρούμενα (σαν Ινδιάνος σε φιλμ western), η μητέρα του διαχειριστή του snack bar (έμεναν νομίζω στην πολυκατοικία και η εν λόγω κύρια έχω την εντύπωση ότι ήταν είτε ελληνίδα, είτε κύπρια που είχε ζήσει χρόνια στην Ελλάδα). Η “καλαμαρού”, λοιπόν πλέοντας σε πελάγη ευτυχίας (που να ‘ξερε ότι μερικές μέρες μετά η “ευτυχία” εκείνη θα γινόταν δυστυχία, κλάμα και οδυρμός) πανηγύριζε φωνάζοντας «ήρθε η Ελλάδα μας, ήρθε η Ελλάδα μας», δηλ. η χούντα! (Η Ελλάδα ήρθε μόνο για να κάνει το πραξικόπημα, γιατί στην τουρκική εισβολή και τις πολεμικές επιχειρήσεις που ακολούθησαν, η Κύπρος έπεφτε μακριά ή μάλλον η Ελλάδα έπρεπε να μείνει μακριά).

Εμείς, αμέσως σηκωθήκαμε, κοιταχτήκαμε και είπαμε «έγινε πραξικόπημα»! (Στο μεταξύ ήταν ανοικτό και το ραδιόφωνο, στο ΡΙΚ παιάνιζαν πλέον εμβατήρια, αφού είχαν διακόψει τη μετάδοση του τραγουδιού “Το πουκάμισο το θαλασσί”, του Γιώργου Νταλάρα. Πάντως από τότε όταν ακούω εμβατήρια με πιάνει μια φαγούρα και ... ξύνομαι!). Αμήχανοι, ξεκινήσαμε βιαστικά για τη στάση του λεωφορείου για το χωριό μας, προβληματιζόμενοι για το τι να κάνουμε. Ήδη στην πόλη εξελισσόταν κομφούζιο με τον κόσμο και τα αυτοκίνητα να τρέχουν πάνω κάτω στους δρόμους.

Αφού εντοπίσαμε το λεωφορείο για το χωριό, ο οδηγός του μας είπε ότι θα έφευγε για το χωριό νωρίτερα (σε σύντομο χρονικό διάστημα) και πριν την καθορισμένη ώρα, ανεξάρτητα αν θα μαζεύονταν όλοι οι επιβάτες. (Τελικά κάποιοι έμειναν πίσω. Και τότε τα δρομολόγια από και προς το χωριό το καλοκαίρι ήταν μόλις 1-2 και δεν ήταν και εύκολο να επιστρέψεις στο χωριό αν έχανες το λεωφορείο).

Μπήκαμε και καθίσαμε στο λεωφορείο (ήταν κι από εκείνα τα παλιά αγροτικά λεωφορεία στα οποία οι γυναίκες κάθονταν μπροστά και οι άντρες στο πίσω μέρος), σκεφτικοί, ανήσυχοι, με σφιγμένο το στομάχι και προβληματισμένοι για το τι μέλλει γενέσθαι. Και τούτο, το “τι μέλλει γενέσθαι”, το ζήσαμε σε λίγο φτάνοντας στο χωριό.

Επιστροφή στο χωριό. Έργα και ημέρες των εθνικ-αφρόνων.

Μπαίνοντας στο χωριό (επιβαίνοντας του λεωφορείου), στον κεντρικό δρόμο, πέσαμε πάνω σε “διαδήλωση” (οχλο-σύναξη ήταν) που είχαν οργανώσει οι πανηγυρίζοντες εθνικ-άφρονες, υποστηριχτές της ΕΟΚΑ Β΄ και του “εθνοσωτήριου” πραξικοπήματος, συγχωριανοί μας.

Το λεωφορείο σταμάτησε για να κατεβεί (στο σπίτι της) μια συγχωριανή μας. Καθώς ήταν από αριστερή οικογένεια, προκλήθηκε επεισόδιο και μόλις και γλίτωσε το λιντσάρισμα (ίσως γιατί είχε γαμπρό δεξιό – Ο γάμος της κόρης και του γαμπρού της θα γινόταν την επόμενη Κυριακή 21 του Ιούλη αλλά δεν προλάβανε).

Εμάς (εμένα και τον ξάδελφο μου, ο οποίος αποφάσισε να μην μείνει στην πόλη αλλά να επιστρέψει στο χωριό), μόλις μας αντίκρισαν (καθισμένους μέσα στο λεωφορείο), αφήνιασαν και σαν μαινόμενοι ταύροι που βλέπουν κόκκινο πανί άρχισαν να κινούνται απειλητικά προς εμάς και να μας βρίζουν. Θυμάμαι ένας δεύτερος ξάδελφος, της ηλικίας μας και συμμαθητής μας στο Δημοτικό, με τον οποίο είχαμε σχετικά καλές σχέσεις, παρασυρόμενος κι αυτός από τον εθνικό οίστρο της ημέρας ή/και βγάζοντας προς τα έξω τον πραγματικό του εαυτό, μας φώναξε: «Θα σας ξιουρίσουμε, ρε!» Το χέρι μου ασυναίσθητα πήγε στο μύστακα μου που έτρεφα από τότε ... Για καλή μας τύχη ο οδηγός του λεωφορείου έβαλε μπρος και έτσι ξεφύγαμε από τις επιθετικές διαθέσεις του μαινόμενου όχλου. (Κάποιος άλλος της παρέας, σ’ ένα άλλο επεισόδιο δεν γλίτωσε το περι-λούσιμο με μπογιά, αλλά ίσως “αυτό να οφειλόταν στο «συνωστισμό» του εθνικ-άφρονος όχλου”, που θα ‘λεγε και η Ρεπούση!) Να αναφέρω ότι στον δεύτερο εκείνο ξάδελφο για χρόνια απέφευγα να μιλήσω!
(All Dogs, One Generation!!!).

Εδώ θα κάνω μια παρένθεση για να αναφέρω ότι τα πολιτικά πάθη στο χωριό (εκείνη την εποχή) ήταν πολύ έντονα και τεταμένα. Οι αντιπαραθέσεις, αντεγκλήσεις και καυγάδες για τα πολιτικά μεταξύ δεξιών (που ήταν και η μεγάλη πλειοψηφία) και αριστερών (τόσο μεταξύ νεοτέρων όσο και μεταξύ μεγαλυτέρων) ήταν συχνές. Η ΕΟΚΑ Β΄ είχε ισχυρή δύναμη στο χωριό και υπήρχαν συλληφθέντες αλλά και καταζητούμενοι Εοκαβητατζιήδες. Το Πάσχα (του 1974) έγιναν στο χωριό σοβαρά επεισόδια με τραυματισμούς. Ο Αστυνομικός Σταθμός της Κοινότητας είχε καταληφθεί (μια Κυριακή απόγευμα από ομάδα της ΕΟΚΑ Β΄, με αστυνομικούς εμπλεκόμενους) και τον ανατίναξαν! Η παρανομία σ’ όλο της το μεγαλείο! Ακόμα, μερικές βδομάδες (νομίζω) πριν το πραξικόπημα, είχε τοποθετηθεί και βόμβα στο σύλλογο της Αριστεράς.
Επεισόδια δημιουργούνταν και μεταξύ ημών των νεολαίων (η τοπική οργάνωση της ΕΔΟΝ είχε έντονη δραστηριότητα εκείνη την περίοδο) και δεν το χωνεύανε οι αντίπαλοι. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι το χειμώνα του 1974 η παρέα (καμιά 15ρια άτομα) είχαμε παραγγείλει και μας είχαν πλέξει κόκκινα πουλόβερ (τρικά) τα οποία φορούσαμε στις εξόδους μας και σε διάφορες εκδηλώσεις. Όλα τούτα εξαγριώνανε τους φιλοεοκαβητατζιήδες, καθώς με την προβολή του κόκκινου χρώματος προσβάλλαμε τα εθνικά γαλάζια χρώματα. Τόση ήταν η στενοκεφαλιά τους!
(Πολλά στοιχεία και πληροφορίες για τις επιθέσεις ενάντια στην Αριστερά – προσωπικές επιθέσεις και κακοποιήσεις αριστερών, τοποθετήσεις βομβών, ακόμα και ... όργωμα αθλητικών γηπέδων αριστερών σωματείων, μπορεί κάποιος να βρει στο βιβλίο του Μιχάλη Πουμπουρή “Οδυνηρές Εμπειρίες”, έκδοση 1994).

Επανέρχομαι στα της αφήγησης μου για τα γεγονότα της μέρας της μεγάλης προδοσίας:

Το λεωφορείο μας κατέβασε στην πλατεία του χωριού και μαζί με τον ξάδελφο (αντι να παμε προς τα σπίτια μας) πήγαμε προς το σύλλογο. Ο ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΤΑΝ ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ ΚΟΥΡΣΕΜΕΝΟΣ!!! (Μόλις είχε επιδιορθωθεί από τις ζημιές που προκλήθηκαν από την έκρηξη της βόμβας μέσα στον Ιούνη, αλλά οι εθνικ-άφρονες τον περιποιήθηκαν και πάλι δεόντως, όπως οι ίδιοι ξέρουν καλύτερα και σύμφωνα με τις διαχρονικές πρακτικές τους. Σπασμένες πόρτες, σπασμένα παράθυρα και γυαλιά, πεταμένες καρέκλες, πογιάδες χυμένες στα πατώματα και στους τοίχους, σχισμένες φωτογραφίες, πεταμένα βιβλία. Φασιστικά έργα σε μέρες “εθνικής” έξαρσης! Μόνο φωτιά δεν του βάλανε!

Ο σύλλογος παρέμεινε κλειστός μέχρι τις 14-15 του Αυγούστου (βασικά λόγω και της τρομοκρατίας που επέβαλαν στο χωριό οι Εοκαβητατζιήδες που αντι να πανε στο μέτωπο και να πολεμήσουν μαζί με τόσους άλλους, τους τούρκους εισβολείς, περιφέρονταν κορδώνοντας στο χωριό ανεβασμένοι πάνω σε Land Rovers (δεν είχαν εμφανιστεί τα διπλοκάμπινα ακόμα) και με τα όπλα στα χέρια! Έλεγαν πως είχαν παραμείνει στο χωριό, δήθεν για να το προστατέψουν. Κατά τη δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής το χωριό κατακλύστηκε από πρόσφυγες, οπόταν κι εμείς ανοίξαμε το σύλλογο και τον καθαρίσαμε για να μπουν μέσα και να στεγαστούν πρόσφυγες.

Με τον ξάδελφο μπήκαμε σε παρακείμενο καφενείο όπου κάθονταν (ακόμα) σιωπηλοί καις σκεφτικοί μερικοί θαμώνες, μεταξύ αυτών και ο πατέρας μου (ελαφρύ να ‘ναι το χώμα που τον σκεπάζει). Στο καφενείο παραμείναμε για πολύ λίγο και πήραμε το δρόμο για το σπίτι (νομίζω με το Land-Rover που είχαμε τότε).

Επιστροφή στο σπίτι. Τα χαμένα βιβλία.

Στο σπίτι η μάνα μαζί με μερικούς γείτονες και γειτόνισσες κάθονταν ανήσυχοι κι αυτοί κάτω από τη βαθύσκιωτη συκαμιά (συκαμινιά, βαβατσινιά) της αυλής του πατρικού μας σπιτιού, όπου συνήθως τα καλοκαίρια υπήρχε κι ένα κρεβάτι για σιέστα. Ο βαθύς ίσκιος της συκαμιάς όμως φαίνεται πως δεν μπορούσε να δροσίσει κανένα από μας από την επερχόμενη ιουλιανή και αυγουστιάτικη λάβα που θα έκαιγε τα πάντα στο διάβα της.
(Τα μικρότερα αδέλφια μου σίγουρα δεν αντιλαμβάνονταν τη σοβαρότητα της κατάστασης. Ενώ ο τρελάρας, τότε, μικρότερος από μένα κατά ενάμιση περίπου χρόνο αδελφός μου, το βράδυ της Δευτέρας, πήγε στον άλλο γάμο – στη γαμήλια δεξίωση , αλλά το διώξανε κακήν κακώς. Τότε κάποιοι γάμοι στα χωριά συνεχίζονταν και τη Δευτέρα οπόταν χόρευε και το νιόπαντρο αντρόγυνο και το πλούμιζαν – συγγενείς, φίλοι και κουμπάροι κρέμαζαν στα ρούχα των νεονύμφων λεφτά . Και ο γάμος εκείνος – μιας γειτονοπούλας απο δεξια οικογένεια αλλά συγγενείς κι αυτοί – που γινόταν σ’ άλλη γειτονιά όμως - έδωσε την ευκαιρία στους εθκι-άφρονες του χωριού να το διασκεδάσουν με την καρδιά τους εν χορδαίς και οργάνοις και μετά πυροβολισμών, πριν να επέλθει το μεγάλο κακό – η τουρκική εισβολή).
Ήταν πια μεσημέρι. Στο σπίτι η μάνα είχε μαγειρέψει το συνηθισμένο φαγητό της Δευτέρας. Φρέσκο λουβί, βραστό με κολοκούιν, πατάτες και μούττες και ανθούς της κολοκυθιάς (όλα από το περιβόλι). Ένα φαγητό που πάντα το έτρωγα (και συνεχίζω να το τρώγω) με όρεξη, όμως εκείνη την ημέρα τίποτα δεν πήγαινε κάτω. Εν τω μεταξύ το ραδιόφωνο (μεταξύ πολλών και διάφορων ιλαροτραγικών) μιλούσε για την εθνοσωτήρια επέμβαση των ηρωικών παιδιών της Εθνικής Φρουράς (που έβαλαν τέρμα στην “φαύλα και ανώμαλη” πολιτική κατάσταση), για το θάνατο του Μακαρίου και από κάποια στιγμή και μετά για τον νέο Πρόεδρο (τον μετέπειτα Οκταήμερο) Σαμψών!

Εμένα δεν με χωρούσε ο τόπος. Τριγυρνούσα εδώ κι εκεί μέσα και έξω από το σπίτι, στην αυλή. Κάποια στιγμή που ήμουν στο εσωτερικό του σπιτιού και μπήκα στο υπνοδωμάτιο που κοιμόμουν μαζί μ’ άλλα μου αδέλφια (δεν είμαστε και λίγοι για να έχει ο καθένας το δικό του δωμάτιο) αντίκρισα πάνω στο κρεβάτι μου και το βιβλίο του Βασίλη Βασιλικού “Ζ”, (που αναφέρεται στη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη), που διάβαζα εκείνη την εποχή. Τότε πέρασε από μπροστά μου το (φασιστικό) παρακράτος της ελληνικής Δεξιάς και οι μέθοδες της και σκέφτηκα ότι ήδη μπαίναμε κι εμείς σε τέτοιες δύσκολες καταστάσεις.
Το διάβασμα του “Ζ” δεν έμελλε να το ολοκληρώσω τότε ... Το βιβλίο μαζί με πολλά άλλα αριστερού περιεχομένου, χάθηκαν. Κάπου τα κρύψαμε (για το φόβο των Ιουδαίων) αλλά δυστυχώς καταστράφηκαν! Το “Ζ” το ξαναγόρασα και το διάβασα μετά από 2-3 χρόνια όταν υπηρετούσα τη στρατιωτική μου θητεία.

Ομάδα ενόπλων εοκαβητατζιήδων στο σπίτι.

Προς το απόγευμα οι εξελίξεις ήταν πλέον ραγδαίες. Τα γεγονότα εξελισσόταν με ταχύτητα στο χωριό. Γίνονταν έρευνες στα σπίτια Αριστερών, συλλήψεις, τραμπουκισμοί, κακοποιήσεις! Κάποια στιγμή αντιληφτήκαμε και κινήσεις γύρω από το δικό μας το σπίτι και μια ομάδα ενόπλων μπήκε στην αυλή και πήρε και θέσεις μάχης. Ήμασταν ο “εχθρός”!
Επικεφαλής της ομάδας των ενόπλων ήταν κάποιος καταζητούμενος (νέος στην ηλικία), γνωστός στην οικογένεια (ήμασταν γείτονες στα περιβόλια και βλεπόμασταν σχεδόν καθημερινά). Στην ομάδα ήταν και κάποιος γείτονας (παντρεμένος με πρώτη ξαδέλφη της μητέρας) που έστεκε όμως κάπως μακρύτερα (λετε να ντρεπόταν;). (Την επόμενη μια νεαρή γειτόνισσα της οποίας τον άντρα το συλλάβανε του ‘βαλε τις φωνές και τον πέρασε γενεές 14, κι αυτός πήρε το όπλο για να την καθαρίσει. Τόσο παλικαράδες ήτανε!). Τέλος πάντων ... Ο επικεφαλής της ομάδας απευθυνόμενος στον πατέρα μου του είπε: «Θκιέ Αντρέα [ήταν και ευγενής], ήρταμεν να μας δώσεις τα όπλα σου». (Έψαχναν μανιωδώς και παντού για όπλα).
Η μάνα κάτι πήγε να του πει: «(Δ)εν (α)ντρέπεσαι, τόσα γρόνια έτρω(γ)ες τζιαι που την τσέντα (τσάντα) μας τζιαι τωρά ήρτες για να ...», αλλά την αντίκοψε ο πατέρας. Η αγέρωχη απάντηση του πατέρα (ελαφρύ να ‘ναι το χώμα που τον σκεπάζει) προς τον εοκαβητατζιή, πάντα θα παραμένει χαραγμένη στη μνήμη μου και θα με φορτίζει συναισθηματικά: «Τα όπλα μου εν τούτα δαμαί ...», είπε δείχνοντας τα οκτώ του παιδιά (ο πιο μεγάλος γύρω στα 17, οι μικρότεροι – δίδυμα – μόλις ενός έτους), «... και εν θα τζιήσετε πάνω τους» (εν θα τ’ αγγίξετε)! Τελικά πήραν το κυνηγετικό και έφυγαν (το όπλο επιστράφηκε μετά τον πόλεμο).

(Εδώ να κάνω μια παρένθεση και να αναφέρω ότι ο εν λόγω τύπος – ο εοκαβητατζιής γείτονας μας στα περιβόλια – μετά τον πόλεμο έφυγε για την Ελλάδα - δεν ξέρω αν το ‘κανε γιατί είχε τύψεις για την εοκαβήτική του δράση και τα δείνα που επέφεραν στο τέλος της ημέρας στο τόπο με το πραξικόπημα– για να επιστρέψει για επανεγκατάσταση μετά από χρόνια. Ασχολούμενος μάλιστα επαγγελματικά με την κατασκευή τάφων, έφτιαξε πριν 1-2 χρόνια και τον τάφο του πατέρα μου. Ο χρόνος απαμβλύνει τις αντιπαραθέσεις και απαλύνει τον πόνο και την πικρία, αλλά ΠΟΤΕ δεν μπορεί να διαγράψει και τις ενθύμησες από τη μνήμη μας).

Έρευνες και συλλήψεις.

Οι έρευνες για όπλα και οι συλλήψεις συνεχίστηκαν με αμείωτους ρυθμούς και τις επόμενες μέρες. Συλλήψεις Αριστερών (αλλά και Εδεκιτών) έγιναν αρκετές, ενώ κάποιοι ξυλοκοπήθηκαν κιόλας. Βασική κατηγορία σε βάρος των συλληφθέντων ήταν ότι ήταν αριστεροί ή/και μακαριακοί και αντιτάσσονταν στα σχέδια της ΕΟΚΑ Β΄.
Οι συλληφθέντες μεταφέρονταν και κρατούνταν σε σχολείο γειτονικής κοινότητας (ήταν το κέντρο κράτησης για 3-4 κοινότητες της περιοχής). Όμως τι να τους κάνουν τους ανθρώπους εκεί πέρα; Γι’ αυτό και ξεκίνησαν να τους απολύουν σταδιακώς. Εμείναν καμιά 10ρια που θα μεταφέρονταν στη Λευκωσία για τα περαιτέρω, αλλά τους πρόλαβε η τουρκική εισβολή, οπόταν αφού απολύθηκαν από τα κρατητήρια ανέβηκαν στα φορτηγά για να πανε να πολεμήσουν τους τούρκους εισβολείς αλλά σε μάχες προδομένες και των πρότερων χαμένες.
Επίσης γίνονταν έλεγχοι στις εισόδους και εξόδους του χωριού (όχι μόνο προς τις γειτονικές κοινότητες αλλά και προς τα χωράφια) από διάφορους τύπους που είχαν αυτοχριστεί αστυνομικοί. Κάποιοι μάλιστα είχαν βάλει και “νισhάνια” (γαλόνια). Επειδή εμείς (ως οικογένεια) έπρεπε καθημερινώς να πηγαίνουμε στο περιβόλι και στη μάντρα τους βρίσκαμε στο δρόμο μας. Σ’ ένα μάλιστα που ήταν και πρώτος ξάδελφος της μητέρας άνοιγα πάντοτε επιδειχτικά και τον “κούζο” (τον κάδο) με το γάλα από τις προβατίνες (για να τον διευκολύνω στο έλεγχο που με εθνική περηφάνια έκανε για τυχόν κρυμμένα όπλα).

(Εδώ θα κάνω ακόμα μια παρένθεση για να πω ότι η Κυπριακή Αριστερά ούτε φοβίες έχει, ούτε αναστολές αλλά ούτε και αλλεργίες με την ένοπλη πάλη και αντίσταση, φτάνει υπάρχουν οι προϋποθέσεις και να το επιτρέπουν οι δεδομένες συνθήκες. Εξ ου και η μαζική και οργανωμένη συμμετοχή αριστερών στις Διεθνείς Ταξιαρχίες κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο στην Ισπανία καθώς και στο Κυπριακό Σύνταγμα κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κάποια στιγμή ίσως ερευνήσω και τη σχέση της Αριστεράς του χωριού με τα όπλα. Θυμάμαι, όντας μαθητής του Δημοτικού Σχολείου, την Αστυνομία να κάνει έρευνες στο σπίτι μας για όπλα).

(Back to our story).

Το βράδυ. Οι επόμενες μέρες.

Στο μεταξύ (εκεί στο σπίτι) προσπαθούσαμε να μάθουμε κάτι περισσότερο για την κατάσταση από τις ειδήσεις του BBC. Και μάθαμε ότι τελικά ο Μακάριος δεν ήταν νεκρός όπως διαλαλούσαν οι πραξικοπηματίες από το ΡΙΚ. Το βράδυ της Δευτέρας μάλιστα κατάφερα να συντονιστώ με τον (αντιστασιακό) Ραδιοσταθμό της Πάφου και άκουσα και το διάγγελμα του Μακαρίου – τούτο άλλαξε κάπως την κατσούφικη διάθεση μου, αλλά μόνο για λίγο. Το πραξικόπημα είχε ήδη επικρατήσει. Αναφέροντας στον πατέρα μου την επόμενη τα περί Μακαρίου, μου είπε χαρακτηριστικά Που ήταν τόσο καιρό [ο Μακάριος] ... Τωρά που εν να πετσοκόψουν τον κόσμο, τι εν ννα κάμει; ... Τζιαι που είσαι ‘κόμα, που εν να έβρουν την ευκαιρια να έρτουν τζιαι οι Τούρτζιοι ...”

Επίλογος.

Και οι Τούρκοι δεν άργησαν να έρτουν (να εισβάλουν στην Κύπρο). Τέτοια ευκαιρία που θα την ξανάβρισκαν ... Την αυγή του Σαββάτου, 20 του Ιούλη (γύρω στις 5:30) με ξύπνησε η μητέρα μου (κοιμόμουν έξω στη βεράντα), για να μου πει ότι “ήρταν οι Τούρτζιοι... Λαλεί το τζιαι ο Μπαϊράκκης ...” (ο τουρκοκυπριακός ραδιοσταθμός). Το δικό μας το ΡΙΚ ξεκίνησε το κανονικό του πρόγραμμα στις 6, ως συνήθως, με πρωινή γυμναστική.
Η τουρκική εισβολή (που ακολούθησε το πραξικόπημα) έφερε χιλιάδες νεκρούς, αγνοούμενους, πρόσφυγες, ενώ η Κύπρος παραμένει ακόμα διχοτομημένη.
Στις μέρες της εισβολής και κατά τες άλλες που ακολούθησαν, ασχοληθήκαμε πολλά και διάφορα. (Ως νεολαίοι και τάφους σκάψαμε για να θάφτουν κάποιοι από τους νεκρούς της εισβολής). Αλλά όλ’ αυτά ίσως αποτελέσουν το περιεχόμενο μιας άλλης ανάρτησης. Ήδη αρκετά μακρηγόρησα αλλά βλέπετε μ’ έπιασε το πατριωτικό μου.

Anef_Oriwn
8-9/7/2008

22 σχόλια:

Μιχάλης είπε...

Αγαπητέ Άνευ,

Το κείμενο σου, οι δικές σου εμπειρίες μου ξύπνησαν και τις δικές μου μνήμες.

Αν και θα έλεγα ότι αυτές οι μνήμες δεν ξυπνούν κάθε 15 και 20 Ιουλίου.

Οι δύο αυτές ημερομηνίες κατάστρεψαν την παιδική μας ηλικία.
Κατάστρεψαν το μέλλον μας.
Μα πάνω απ' όλα κατάστρεψαν το μέλλον αυτού του τόπου.

Όσοι δεν έζησαν εκείνες τις περιόδους δεν μπορούν να καταλάβουν τι έγινε.
Ούτε ξέρουν τι σημαίνει στην πραγματικότητα πραξικόπημα και εμφύλιος πόλεμος.

Ούτε μπορούν να συνειδητοποιήσουν τι σημαίνει εισβολή και πόλεμος.

Όποτε θυμηθώ αυτές τις μέρες νιώθω πολύ παράξενα. Δεν ξέρω αν είναι πίκρα ή οργή. Ίσως είναι όλα μαζί, μαζί με άλλα συναισθήματα.

Αυτές οι ημερομηνίες, κατά τη γνώμη μου, είναι οι πιο μαύρες σε όλη την ιστορία αυτού του νησιού.

Αιωνία η μνήμη εκείνων των παιδιών που χάθηκαν τόσο άδικα για τις βλακείες ορισμένων που καπηλεύονταν τον ελληνισμό.
Και που όπως διαπιστώνω, άφησαν και διάδοχους...

Ανώνυμος είπε...

Proti fora diavazw aftoviografia me parapompes se peraiterw vivliografia gia periptoseis allwn.
Mipos o logos siggrafis tis den einai apla kai mono eksomologitikos?

rose είπε...

αγαπητέ Ανευ

οι μνημες από το 1960-1974 διαμόρφωσαν μια ολόκληρη γενιά...

Παραφράζοντας το τραγούδι του Πορτοκάλογλου για τη "χαμένη γενιά"
τραγουδούμε για την "καμμένη γενιά"

Δεν μιλήσαμε αρκετά μετα το 74, δεν υπήρξε αρκετός χώρος να λυτρωθούμε, να έρθει "η των τοιούτων παθημάτων κάθαρσις"

πάντα πίστευα πως τραγικά γεγονότα συμβαίνουν και ορισμενα μας επιβαλλονται χωρίς να μπορούμε να τα ελεγξουμε αλλά το σημαντικό είναι να θελουμε να τα υπερβούμε και αποκαταστήσουμε την "ανωμαλία" που δημιουργησαν.

πως να υπερβεις όμως καταστάσεις που εξακολουθούν να διαμορφώνουν συνειδήσεις και πρακτικές...

και το παράπονο σου ειναι και παραπονο μου...

η αναρτηση σου όμως δρα θεραπευτικά σε όλους μας, για εκεινους που θυμούνται, που έζησαν, για εκείνους που έζησαν αργότερα τις επιπτώσεις όσων περιγράφεις και εξακολουθούν να θέλουν κάτι διαφορετικό για τον τόπο τους.

και σε ευχαριστώ

stalamatia είπε...

Αγαπητέ μου Ανεφ
Δεκαεφτά χρονών ήμουν σαν έγινε το πραξικόπημα και η εισβολή.Τελικά όλοι τις ίδιες εμπειρίες ζήσαμε.Μια γενιά που στα καλύτερα της χρόνια έχει να θυμάτε το πως ξεριζώθηκε από το τόπο της,που είδε να χάνονται άνθρωποι,περιουσίες πατρίδες.Τα θυμάμαι όλα με λεπτομέρειες .Ένα πράγμα δεν μπόρεσα ακόμη να καταλάβω πως είναι δυνατόν όλοι να ξέρουμε ότι με το πραξικόπημα θα είχαμε εισβολή και οι μ......ς οι εθνοσωτήρες να κάνουν τέτοιο πράγμα και κανείς να μην πληρώσει αυτή τη προδοσία.Τι ηλίθιοι που ήταν να μας ανοίγουν τις τσάντες να βρούν τι?οι δειλοί οι προδότες της πατρίδας τους γιατί αυτό είναι ΠΡΟΔΟΤΕΣ.Είναι τα μόνα άτομα που μπορώ να βρίζω σαν νταλικέρης και να μη νιώθω άσχημα.Ξέρω και άλλες βρισιές αλλά δεν γίνετε να τις πω εδώ.

Anef_Oriwn είπε...

Αγαπητοί, Stala(g)matia, Rose & Μιχάλης,

Οι μικρές αυτές ιστορίες και περιπέτειες που αρκετοί από μας ζήσαμε εκείνο το καλοκαίρι (το 1974) με το πραξικόπημα, τον πόλεμο και τη προσφυγιά, αλλά και πιο πριν ακόμα, είναι σημαντικές και σημάδεψαν τις ζωές μας ... Παράλληλα αποτελούν ψηφίδες στη σύνθεση της Ιστορίας του τόπου μας, έστω κι αν κάποιοι, όπως λόγου χάριν να πούμεν ο/η πάνσοφος/η Ανώνυμος/η, εξυπνοβλακίστικα τις αμφισβητούν ή θεωρούν ότι είναι ανώδυνες και anef_σημασίας. Η Ιστορία γράφεται (όπως λεει και ο Μπρεχτ σ’ ένα του ποίημα) από τους απλούς ανθρώπους. Και οι απλοί άνθρωποι έχουν και μνήμη και κριτήριο. Γι’ αυτό και οι πραξικοπηματίες εοκαβητατζιήδες θα παραμείνουν για πάντα οι “… προδότες της πατρίδας …”, όπως λέει και η Stala(g)matia.


@ “Άγνωστη” – Γνωστή Ανώνυμη,

Με αποκάλυψες!!! Όντως η “... aftoviografia ...” μου και “… o logos siggrafis tis den einai apla kai mono eksomologitikos...”! Και τούτο, πρώτο γιατί δεν πιστεύω στο ούτω καλούμενο μυστήριο της εξομολόγησης και δεύτερο γιατί με το κείμενο βασικά στοχεύω να αποκαλύψω το προδοτικό ρόλο και τον εμπαθή και αρρωστημένο αντικομουνισμό των εθνικ-αφρόνων!

Πέραν τούτου (ίσως λόγου χαμηλού I.Q.) δεν μπορώ να παρακολουθήσω και να καταλάβω τη “λογική” σου που υποβάλλεις με τη θέση σου ότι “… Proti fora diavazw aftoviografia me parapompes se peraiterw vivliografia gia periptoseis allwn…”. Δηλαδή σε αυτοβιογραφικά πονήματα, όπως το δικό μου σύγγραμμα, δεν πρέπει να κάνουμε παραπομπές σε βιβλία; Για ενημέρωση σου κυρία Ανώνυμη, στο συγκεκριμένο βιβλίο (του Μιχάλη Πουμπουρή) υπαρχουν καταγραμμένα κάποια από τα περιστατικά φασιστικής δράσης που περιγράφω στο κείμενο μου και τα οποία έλαβαν χώρας το χωριό μου, προ του πραξικοπήματος. Τρέχα να ψάξεις για να μάθεις και ποιον το χωρκόν μου!

Anef_Oriwn
Παρασκευή 11/7/2008 – 8:35 μ.μ.

Ανώνυμος είπε...

giati me ekanes anonimi nte kai kala?

oson afora ta elatiria sou den leme kati diaforetiko.
Alla otan sinaisthimatologeis kai mas petas kai ena "gia perissotera dakria vlepe Poumpouris"
ee akougetai kapws

anonimOS

Anef_Oriwn είπε...

@ “anonimOS” Γυνή,

Επειδή η κουβέντα μας μετατρέπεται σε προσωπική και διαλογική, με ψήγματα αντιπαραθετικά αλλά όχι επί της ουσίας του κειμένου, να πω ότι δεν θα προβώ σ’ άλλα σχόλια αν η συζήτηση (μαζί σου) εξακολουθήσει να κινείται μέσα στα ίδια πλαίσια.
Κατά τα άλλα να πω ότι όταν γράφεις και περιγράφεις προσωπικά σου βιώματα (τα οποία έζησες έντονα και στα όποια συμμετείχαν και δικά σου άτομα που πιθανό να μην βρίσκονται πια εν ζωή) είναι φυσιολογικό (κατ’ εμένα) να υπάρχει και συναισθηματική φόρτιση. Πολύ πιθανό λόγω και της αναισθησίας που ως φαίνεται σε χαρακτηρίζει να μην μπορείς να το κατανοήσεις αυτό. Όμως αν παρ’ ελπίδα υπάρχει κίντυνος να λουστείς στα “dakria” μη δεις “Poumpouris”!!! (για να μην έχω και το κρίμα σου). Από ολόκληρο κείμενο (7 περίπου σελίδων) βρήκες να σχολιάσεις (αρνητικά) μόνο αυτό!!!

Anef_Oriwn
Σάββατο 12/7/2008 – 3:40 μ.μ.

Ανώνυμος είπε...

Αγαπήτε Ανευ,

Δίπλα απο το σπίτι σού πού μένεις τώρα μένει ένας εοκαβητατζις καί τόν θυμάμε όταν ήρθαμε πρόσφυγες στό χωρίο σού ήταν στό λαντ-ροβερ με το πενηντάρη καί έκανε τόν ρίνκο.


Kontris

Ανώνυμος είπε...

anef oriwn gyne

eisai gia gelia me tous melo fovous sou oti tha exanes to poiagapimeno sou moustaki kai agxonosoun mipos akirothei to deftero dromologio tou lewforeiou.
posos laikismos pia Oute o"anthropos me tin frantzola ypo malis" na isoun.

Anef_Oriwn είπε...

@ Kontris,

Κατάλαβα για ποιον μιλάς! Έχει ο καιρός γυρίσματα όμως...
Φυσικά μιλάς για το χωρκόν που μένω τώρα (εδώ και καμιά 25ρια χρόνια) και όχι για τη γενέτειρα μου ...

Ο δικός σου (ο Aceras) ήρτεν Κύπρο ή ακόμα; Να βρεθούμε να πούμε και κανένα ούζο. Έχω τζιαι σύκα τζιαι παπουτσόσυκα για μεζέ!

*****
@ “Ανώνυμο” Γύναιο,

Είσαι εκτός τόπου και χρόνου και anef_υπόθεσης!

Anef_Oriwn
Κυριακή 13/7/2008 – 00:20 π.μ.

Ανώνυμος είπε...

Anef
osa grafei i anonymos gyni den einai diaforetika apo osa akatalavistika kai dihastika elegan aneggefaloi tote... Otan den ehis sinais8isi ti katastrefeis paizeis me an8ropoys, idees kai zoes akrivos me tin idia epipolaiotita...
telika pei8omai oti apo ti malakia mas ta pa8ame ola

rose είπε...

αγαπητε Ανευ
δεν ξερω γιατι αλλα σημερα ήθελα να ξαναδιαβασω τη αναρτηση σου ...

απομονωσα ενα στοιχείο:
"τα χαμενα βιβλία"

οι συνειρμοι δεκαδες, ενώνουν τα χαμενα χρονια, ονειρα, ελπιδες, δικαιωμα στην σκεψη και την ελευθερια

ελπίζω να τα βρουμε παλι τα χαμενα βιβλία μας

γιατι τα χαμενα βιβλία αφήνουν στη θεση τους εκμαγεία μυαλων

Anef_Oriwn είπε...

Αγαπητή Rose,

Ο υπότιτλος “Τα χαμένα βιβλία” (και το ουσιαστικό χάσιμο – καταστροφή το βιβλίων που περιέγραψα) μπήκε εκεί στο κείμενο μου γιατί έκτοτε (και όποτε το θυμηθώ) νιώθω ένα κενό μέσα μου για εκείνη την ενέργεια μου (αλλά και γιατί μετά δεν προσπάθησα να βρω τα βιβλία – να τα ανασύρω από το λάκκο που τα είχαμε κατεβάσει).

Τα βιβλία εκείνα αποτελούν ένα σημείο αφοράς της νιότης μου κι εκείνων των δύσκολων χρόνων (ανάμεσα στα βιβλία περιλαμβανόταν κι ένα προσωπικό ημερολόγιο με πολλά και ενδιαφέροντα από εκείνη την εποχή) και πάντα θα νοιώθω ότι κάτι αποκόπηκε από πάνω μου ... (Αυτό το συμβάν το θυμάμαι πάντα αυτές της μέρες και ειδικά αύριο όταν θα ξεκάνω νοερώς το ταξίδι πίσω στη 15η του Ιούλη του 1974).

Anef_Oriwn
Δευτέρα 15/7/2008 – 6:50 μ.μ.

rose είπε...

...που ξέρεις, ίσως κάποια στιγμη βρεις το δρόμο σου σε εκεινο το λάκκο...

αλλα αυριο ισως ειναι μερα για παρέα Ανευ...

dokisisofi είπε...

me tetoia kivernisi ston lakko o anev? den to nomizw. Mallon emena tha me steiloun mes to erimolatsi na evro to nero .Ki ase pou opws leei kai to asma"en kotsino tziai mavro ma tzie farmatseron".:PP

Μάριος είπε...

Φίλε άνευ, πολλά δυνατή η ανάρτηση σου. Εγώ ήμουν μωρόν τότε, 6 μηνών, τζιαι έπιαεν μας η μάνα μου με τον αρφόν μου να πάμεν Λεμεσόν να γλιτώσουμεν. Ο τζιύρης μου ήταν στον πόλεμον, ήταν που τους τυχερούς που εστραφήκαν.

Εν ξέρω αννέν το ίδιον χωρκόν που σκέφτουμαι, αλλά ξέρω ότι τούτον με το όργωμαν του γηπέδου εκάμναν το τους αριστερούς στο Λιοπέτριν.

Ο τζιύρης μου έσιει να λαλεί πως είσιεν έσσω βιβλία κομμουνιστικού περιεχομένου (ναι, οι αριστεροί του τότε εθκιεβάζαν, εν εβουρούσαν μόνον την Ομόνοιαν), τζιαι επέταξεν τα μες τον λάκκον αναμένοντας την έρευναν που τελικά εν ήρτεν.

Εννά κάμω τζιαι γω ανάρτησην μεθαύριον, αλλά εννά πω άλλα πράματα, για τους ατιμώρητους δολοφόνους τζιαι τον κλάδον ελαίας.

Anef_Oriwn είπε...

Μάριε,

Σ’ ευχαριστώ για το σχόλιο ΣΟΥ, με το οποίο μάλιστα (ξανα)απόκτησε κίνηση αυτή η πολύ παλιά [αλλά ιστορική] ανάρτηση μου. Οι εμπειρίες και τα βιώματα μου από το 1974 ήταν και οδυνηρές και τραγικές και θα παραμείνουν για πάντα στη μνήμη μου. Δεν ήμουνα δα και μικρός τότε, για να μην θυμάμαι...

Όντως ήταν στο Λιοπέτρι που οι φασίστες οργώσαν με τράκτορ κι άλετρα το γήπεδο που εχρησιμοποία η ποδοσφαιρική ομάδα των Αριστερών… Για να δουν κάποιοι τι τρομοκρατία επικρατούσε τότες…

Μάριος είπε...

Άνευ, που ήμουν μιτσής επηαίνναμεν τα καλοτζιαίρκα δουλειάν με τον παπάν μου. Μιαν φοράν επήαμεν στον καφενέν των δεξιών στο Λιοπέτριν. Έκαμεν μου εντύπωση μια σημείωση/ταπέλλα που είχαν: "Απαγορεύεται η είσοδος εις τους κομμουνιστάς". Εγώ κοπελλούιν 10-12 χρονών λαλώ του: "μα γιατί ήρταμεν δαμαί, αφού λαλεί απαγορεύεται". Τζιαι λαλεί μου τζιαι τζιείνος "σιώπα γιατί εν το ξέρουν". Μιλούμεν για χωρκόν που τη Χαραυγήν εσπάνιζεν να την πουλήσουν...

Anef_Oriwn είπε...

Φίλε Μάριε,

Αυτό με την ταμπέλλαν στον σύλλογο τους δεξιούς στο Λιοπέτρι που έγραφε ότι “Απαγορεύεται η είσοδος εις τους κομμουνιστάς”, το ‘χω ακούσει κι εγώ! Λέγεται μάλιστα [ίσως όμως να είναι και ανέκδοτο - οι Λιοπετρίτες είναι ειδικοί στο να φκάλλουν ανέκδοτα για τους εαυτούς τους] ότι κάποιοι γράψανε δίπλα από τη συγκεκριμένη σημείωση «κι επιτρέπεται μόνο στους γαάρους»! Για πιο πολλά ανέκδοτα δες κι αυτήν την ανάρτηση μου: http://aneforiwn.blogspot.com/2010/08/612010.html. Εκεί υπάρχουν κι παραπομπές σε άλλες σχετικές αναρτήσεις …

Πάντως οι Αριστεροί του Λιοπεριού ήταν [και είναι] πραγματικοί προλετάριοι: κτιαστάες, αρκάτες, καλουψιήες, σιεράες…

Μάριος είπε...

Ανευ φαντάζουμαι ότι πρέπει αρχικά η πινακίδα να ήταν στα σοβαρά. Όντως, οι Λιοπετρίτες αριστεροί εν απίστευτοι, κόσμος που υπέφερεν τζιαι εψήθηκεν μες τες κακουχίες.

Για τα ανέκδοτα, επειδή στον στρατόν είχαν πολλούς φίλους Λιοπετρίτες τζιαι υπηρέτησα πολλά κοντά, ξέρω τζιαι γω κάμποσα. Μάλιστα έχουν να λαλούν τζιαι για έναν Λιοπετρίτη λαφαζάνην ο οποίος ισχυρίζετουν ότι έσυρεν το μυστριν τζιαι κούτσιησεν το αεροπλάνον ή κάτι τέθκιον, ξέρεις το;

Anef_Oriwn είπε...

Μάριε,

Αν και ξέρω κάμποσα ανέκδοτα και ιστορίες με τους Λιοπετρίτες τούτον με τον «Λιοπετρίτη [τον] λαφαζάνην ο οποίος ισχυρίζετουν ότι έσυρεν το μυστριν τζιαι κούτσιησεν το αεροπλάνον ή κάτι τέθκιον», εν το ξέρω! Ρίξ’ το …

Μάριος είπε...

Βασικά τούτον ένι: Κάποιος Λιοπετρίτης εδούλευκεν στες Αραπιές, χτίστης, τον τζιαιρόν του πρώτου πολέμου στον Κόλπο, το '91. Επέρναν έναν Αμερικάνικον φάντομ, μιαν, θκυο, τρεις. Ενευρίασεν τούτος, πόσες φορές λαλεί σου, επέλλανεν μας. Τζιαι πιάννει το μυστρίν τζιαι σύρνει του το, τζιαι έφερεν το φάντομ κάτω με το μυστρίν γιατί ηύρεν τον πιλόττον...χεχεχε